Ένας ηλικιωμένος ιερέας
είχε φτάσει λίγο πάνω από τα εκατό και ζούσε σ’ ένα χωριουδάκι, στην ενδοχώρα της
Αργεντινής. Έπασχε σχεδόν από όλες τις ασθένειες, από τις χρόνιες ως τις οξείες,
από τις ασήμαντες ως τις πιο σοβαρές, από τις πιο απλές ως τις πιο περίπλοκες…
Για μένα, φοιτητή τότε της ιατρικής, ο γέροντας εκείνος έμοιαζε ένα ζωντανό
εγχειρίδιο παθολογίας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Horhe Bukai. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Horhe Bukai. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014
Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012
Η μοναξιά των θεών
Ο Πυθαγόρας μετά από πολύχρονη μαθητεία στην Αίγυπτο και στη
Βαβυλώνα επιστρέφει στην πατρίδα του στη Σάμο όπου συναντά τον πρώτο του
δάσκαλο τον Φερεκύδη ο οποίος είναι ετοιμοθάνατος. Παρακολουθούμε την συνομιλία
τους μέσα από την περιγραφή του Πυθαγόρα:
Ο Φερεκύδης δίστασε για μια στιγμή κι έπειτα μου έκανε κι
άλλη ερώτηση:
«Παρ’ όλες αυτές τις διαφορές, δε συμφώνησαν όλοι οι
δάσκαλοι σου στο γεγονός ότι η ζωή μοιάζει με όνειρο; Σου το λέω εγώ τώρα, που
είμαι ετοιμοθάνατος και βλέπω όλη τη ζωή μου να περνάει από μπροστά μου σαν να
είμαι σε παραλήρημα».
«Πράγματι, σε αυτό φαίνεται να συμφωνούν όλοι».
«Τι θα κάνεις τώρα στην Ελλάδα;» ρώτησε σαν να τον εβίαζε ο
θάνατος.
Απάντησα:
«Θέλω να διδάξω όσα έμαθα στα ταξίδια μου, αλλά
προσαρμόζοντας τις κύριες ιδέες στη νοοτροπία των Ελλήνων»
«Και πιστεύεις πως θα σου δώσουν σημασία;»
«Ελπίζω πως ναι»
«Πόσους μαθητές έχεις;»
«Είκοσι οχτώ»
«Και τους έχεις εξηγήσει τη λογική του σύμπαντος και το λόγο
για τον οποίο ο Δίας, ο πατέρας των Θεών, ασχολείται με επίγειους έρωτες;»
Ακούγοντας την ερώτηση του δασκάλου μου, δεν μπόρεσα να μη
χαμογελάσω, καθώς φανταζόμουν ότι θα μου έδινε κάποια μεταφορική εξήγηση με τη
χαρακτηριστική άνεσή του. Ωστόσο του απάντησα με ακρίβεια:
«Ναι. Μου έμαθαν ότι το Εν νοσταλγεί εμπειρίες και γι’ αυτό
πρέπει να δημιουργεί άλλα όντα, διάφορα από αυτό, κι ας έχουν δημιουργηθεί από
το ίδιο το Εν, για να ξεχάσουν εν συνεχεία ότι αποτελούν τμήματά του. Αφού τα
δημιουργήσει, δεν έχει κανένα πρόβλημα να απολαύσει τους καρπούς τους»
«Τώρα βλέπω ότι απέκτησες καλές γνώσεις. Η παράδοση σε όλες
τις περιοχές της Γης λέει ότι η θεότητα, το Εν, όπως σωστά το ονόμασες, δεν
αντέχει να είναι μόνη. Γι’ αυτό το λόγο δημιουργεί το σύμπαν και όλα τα όντα
που το κατοικούν. Εμείς θέλουμε να γίνουμε όπως οι θεοί, όμως η αλήθεια είναι
ότι κι οι θεοί θέλουν να γίνουν όπως οι άνθρωποι: πλάσματα εντελώς απορροφημένα
και αφοσιωμένα στις χαρές και τις λύπες τους… Ναι! Ο λόγος που υπάρχει σύμπαν
κι εσύ κι εγώ και όλοι οι άνθρωποι είναι η μοναξιά των θεών… Πίστεψέ με, γιε
μου, η μοναξιά στον παράδεισο είναι χειρότερη από τη συντροφιά στην κόλαση.
Αυτό εξηγεί γιατί ο άρχοντας του Ολύμπου έκανε παιδιά με την Ήρα, μεταμορφώθηκε
σε ταύρο και απήγαγε την ωραία αλλά θνητή Ευρώπη, έγινε κύκνος και γοήτευσε τη
Λήδα…»
«Πάντα απολάμβανα τον τρόπο με τον οποίο αναφερόσουν στα
ανώτερα ζητήματα», του ψιθύρισα με αγάπη.
Η ζωή μοιάζει με όνειρο σύμφωνα με τον Πυθαγόρα και τον
Φερεκύδη. Όνειρα λοιπόν κι εγώ κι εσύ και όλοι οι άνθρωποι, όνειρα διαφορετικά,
προερχόμενα όμως από τον ίδιο ονειρευτή. Είμαστε η έμπνευση της Ύπαρξης που
μαγεμένοι από το πανέμορφο παιχνίδισμα των μορφών, ξεχάσαμε την προέλευσή μας και
σταυρωθήκαμε στις δυο μεγάλες δοκούς του χώρου και του χρόνου. Είμαστε το
άμορφο που παγιδεύτηκε μέσα στη μορφή και αφοσιώθηκε στις χαρές και τις λύπες
του. Η πραγματικότητα έτσι όπως την
εννοούμε είναι μια πλαστή αντίληψη, μια αυταπάτη, ένα όνειρο, η θεότητα maya. Αυτά που βλέπουμε, που
μυρίζουμε, που αγγίζουμε και που τρώμε, εμείς οι ίδιοι, τα λόγια μας κι ο
κόσμος μας είναι όλα μια ψευδαίσθηση. Πόσο εύκολο είναι να αποδεχτούμε αυτή την
ιδέα;
Ο Χόρχε Μπουκάι προτείνει να χρησιμοποιήσουμε την έννοια αυτή
σαν ένα παιχνίδι εξερεύνησης και λέει :
Τι θα έλεγες να κάναμε μια βόλτα στο δρόμο με τη σκέψη ότι όλος
ο κόσμος γύρω μας είναι ένα όνειρο;
Φαντάσου…
Ότι τα μαγαζιά
Οι έμποροι
Οι πελάτες,
Τα λεωφορεία
Και ο θόρυβος,
Είναι όνειρο
Ότι τα σπίτια που βλέπουμε,
Τα μηχανάκια που μαρσάρουν,
Το τρένο που περνά
Και το αεροπλάνο που σχίζει τον ουρανό
Είναι μόνο άυλα προϊόντα της φαντασίας
Σίγουρα κάτι θα συμβεί μέσα μας…
Αναμφίβολα, μια ιδέα θα κάνει την εμφάνισή της.
Θα συλλογιστούμε:
…ίσως κι εγώ ο ίδιος να είμαι μια αυταπάτη.
Έτσι θα το έγραφε πριν καιρό ο Jorge Luis Borges:
Ξέρω ότι είμαι το όνειρο κάποιου που με σκέφτεται…
Και το αποδέχομαι.
Έχω ένα μόνο αγωνιώδες ερώτημα:
Τίνος είναι το όνειρο που ονειρεύεται
ότι με ονειρεύεται;
Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό...
Τρίτη 22 Ιουνίου 2010
Η παραβολή της άμαξας ΙΙ

Από το νέο βιβλίο του Horhe Bukai
Ο δρόμος της συνάντησης
Όσοι δεν έχετε διαβάσει το πρώτο μέρος, θα το βρείτε εδώ :
Η αλληγορία της άμαξας
Συγκροτημένοι σ’ ένα ενιαίο σύνολο, η άμαξά μου, τα άλογα, ο αμαξάς κι εγώ (όπως έμαθα να αποκαλώ τον επιβάτη), καταβάλλοντας αρκετή προσπάθεια, καταφέραμε να περάσουμε το πρώτο τμήμα του δρόμου. Όσο προχωρούσαμε, το περιβάλλον άλλαζε: άλλοτε άγονο και καταθλιπτικό, κι άλλοτε ανθόσπαρτο – μια γλυκιά ανακούφιση. Μεταβάλλονταν οι κλιματικές συνθήκες και ο βαθμός δυσκολίας του δρόμου: πότε ομαλός και πεδινός, πότε ανώμαλος και απόκρημνος, πότε ολισθηρός και ανηφορικός. Άλλαζε, τέλος, η ψυχική μου κατάσταση: εδώ ήρεμος και αισιόδοξος, εκεί θλιμμένος και κουρασμένος, μετά δύσθυμος και οργισμένος.
Σήμερα, έχοντας ολοκληρώσει αυτό το κομμάτι της διαδρομής, έχω την αίσθηση ότι, στην πραγματικότητα, οι μόνες σημαντικές αλλαγές ήταν αυτές οι τελευταίες, οι εσωτερικές, λες και οι άλλες, οι εξωτερικές, καθορίζονταν από τις προηγούμενες, ή απλώς δεν υπήρχαν.
Σταματώ για μια στιγμή, αναπολώ τα ίχνη που άφησα πίσω μου, και αισθάνομαι ικανοποιημένος και υπερήφανος. Καλώς ή κακώς, οι επιτυχίες και οι απογοητεύσεις μου, μου ανήκουν.
Σήμερα, έχοντας ολοκληρώσει αυτό το κομμάτι της διαδρομής, έχω την αίσθηση ότι, στην πραγματικότητα, οι μόνες σημαντικές αλλαγές ήταν αυτές οι τελευταίες, οι εσωτερικές, λες και οι άλλες, οι εξωτερικές, καθορίζονταν από τις προηγούμενες, ή απλώς δεν υπήρχαν.
Σταματώ για μια στιγμή, αναπολώ τα ίχνη που άφησα πίσω μου, και αισθάνομαι ικανοποιημένος και υπερήφανος. Καλώς ή κακώς, οι επιτυχίες και οι απογοητεύσεις μου, μου ανήκουν.

Ξέρω πως με περιμένει μια καινούργια φάση, όμως, δεν αγνοώ πως θα μπορούσα να αφήσω τη φάση αυτή να με περιμένει εσαεί, χωρίς να νιώθω καθόλου ένοχος. Τίποτα δεν με υποχρεώνει να προχωρήσω, τίποτα άλλο εκτός από την προσωπική μου επιθυμία να συνεχίσω τον δρόμο μου.
Κοιτάζω μπροστά. Το μονοπάτι μου φαίνεται πολύ ελκυστικό. Με βάζει σε πειρασμό. Από την αρχή βλέπω πως είναι γεμάτο με άπειρα χρώματα και καινούργια σχήματα που ερεθίζουν την περιέργεια μου. Η διαίσθησή μου μου λέει ότι πρέπει να είναι επίσης γεμάτο με κινδύνους και δυσκολίες, όμως αυτό δεν με σταματά. Τώρα ξέρω ότι μπορώ να υπολογίζω στα βοηθήματα που διαθέτω. Αυτά θα με βοηθήσουν να αντιμετωπίσω κάθε κίνδυνο και κάθε δυσκολία. Εξάλλου κατέληξα να μάθω πως είμαι ευάλωτος αλλά όχι εύθραυστος.
Βυθισμένος στον εσωτερικό μου διάλογο ούτε κατάλαβα πως άρχισα να ήδη να πορεύομαι αυτόν τον δρόμο.

Απολαμβάνω με ηρεμία και γαλήνη το τοπίο… και αυτό θα έλεγε κανείς ότι απολαμβάνει το βήμα μου, αν κρίνουμε από την απόφαση του να γίνεται όλο και ωραιότερο. Ξάφνου διακρίνω στα αριστερά μου, σ’ ένα μονοπάτι παράλληλο με το δικό μου, μια σκιά που κινείται πίσω από μια συστάδα θάμνων.
Κοιτάζω με προσοχή. Λίγο πιο μπροστά, σ’ ένα ξέφωτο, βλέπω πως υπάρχει μια άλλη άμαξα που τραβάει τον δικό της δρόμο, αλλά ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνση μ’ εμένα.
Με ξαφνιάζει η ομορφιά της: το σκούρο ξύλο, τα αστραφτερά μπρούτζινα στολίδια της, οι υπέροχοι τροχοί, η απαλότητα και η αρμονία στα τορνευτά της σχήματα…
Καταλαβαίνω πως με έχει εντυπωσιάσει.

Ζητώ από τον αμαξά να πάει πιο γρήγορα για να βρεθούμε δίπλα της. Τα άλογα τινάζονται μπροστά και καλπάζουν ξέφρενα. Χωρίς να τα καθοδηγεί κανείς, πλησιάζουν μόνα τους όλο και περισσότερο τον αμαξά από την αριστερή πλευρά, σαν να θέλουν να μειώσουν την απόσταση που μας χωρίζει.
Την διπλανή άμαξα την σέρνουν κι αυτήν δυό άλογα κι έχει, κι αυτή, έναν αμαξά για να κρατάει τα γκέμια της και να την οδηγεί. Τα άλογά της και τα δικά μου συντονίζουν αυθόρμητα τον τροχασμό τους και πηγαίνουν τώρα πλάι πλάι, σαν να αποτελούν μια μονάδα, ένα τέθριππο. Οι αμαξάδες μοιάζουν να έχουν βρει μια καλή στιγμή για να ξεκουραστούν, καθώς και οι δυο βολεύονται στις θέσεις τους, και με το βλέμμα χαμένο κρατούν τα γκέμια χαλαρά αφήνοντας τον δρόμο να μας πηγαίνει.

Τόσο πολύ με έχει συνεπάρει η κατάσταση, που περνάει αρκετή ώρα ώσπου να αντιληφθώ ότι η άλλη άμαξα έχει κι αυτή έναν επιβάτη.
Δεν είναι ότι πίστευα πως δεν θα είχε επιβάτη, απλώς, δεν τον είχα προσέξει.
Μόλις τώρα τον ανακαλύπτω και τον παρατηρώ. Βλέπω ότι κι εκείνος με κοιτάζει. Για να του δείξω την χαρά μου του χαμογελώ, κι εκείνος, μέσα από το παράθυρο της άμαξας, με χαιρετάει κουνώντας μου ζωηρά το χέρι.
Ανταποδίδω τον χαιρετισμό και παίρνω το θάρρος να ψιθυρίσω ένα δειλό «Γεια…» Κατά ένα μυστήριο τρόπο, ή ίσως όχι και τόσο μυστήριο, με ακούει και μου απαντάει:
«Γεια σου! Πας προς τα εκεί;»
«Ναι!» απαντώ με πρωτοφανή (για μένα τον ίδιο) χαρά. «Πάμε μαζί;»
«Σύμφωνοι…» μου λέει, «πάμε».
Παίρνω μια βαθιά ανάσα. Αισθάνομαι ευχαριστημένος.
Πέρασα όλο τον δρόμο χωρίς ποτέ να συναντήσω έναν συνταξιδιώτη.
Νιώθω ευτυχισμένος χωρίς να ξέρω γιατί, και το σπουδαιότερο, χωρίς καμιά ιδιαίτερη διάθεση να μάθω.
Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό ...
Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009
Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν
Όταν γεννήθηκε το πρώτο μου παιδί ένοιωσα την καρδιά μου να πλημμυρίζει από αγάπη. Πρωτόγνωρο συναίσθημα ! Ήμουν πλήρης. Νόμιζα πως δε χωρούσε άλλη αγάπη στη ζωή μου. Σκέφτηκα πως δε θα μπορέσω να αγαπήσω άλλο παιδί τόσο δυνατά. Πίστεψα ότι δεν μου περισσεύει άλλη αγάπη.Στη γέννηση του δεύτερου παιδιού η πίστη μου αυτή ανατράπηκε. Η αγάπη μου διπλασιάστηκε ! Αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι αυτή η ενέργεια που ονομάζουμε αγάπη, είναι ανεξάντλητη.
Η αγάπη αυτή όμως πολλαπλασιάστηκε, ξεπέρασε κάθε όριο, όταν έμαθα να αγαπώ πραγματικά τον ίδιο μου τον εαυτό. Μέσα από την αγάπη προς τον εαυτό μου, κατάφερα να επεκτείνω την αγάπη που ένοιωθα για τρίτα πρόσωπα, πέρα από τα παιδιά μου, πέρα από την οικογένεια μου, πέρα από τον στενό κύκλο των φίλων και των συγγενών μου. Και συνειδητοποίησα ότι όσο η αγάπη για τον εαυτό μου δυνάμωνε τόσο διευρυνόταν ο κύκλος αυτός.
Κάποιοι άνθρωποι νομίζουν ότι αγαπώντας τον εαυτό τους, θα γίνουν εγωιστές και θα σταματήσουν να αγαπούν τους συνανθρώπους τους. Πιστεύουν ότι γεμίζοντας με αγάπη τον εαυτό τους δε θα μείνει χώρος για τους άλλους.Υπάρχει όμως όριο στην ικανότητα του ανθρώπου να αγαπάει ;
Είναι δυνατόν να αγαπήσω κάποιον αν δεν αγαπώ τον εαυτό μου ;
Η ρήση έχει βέβαια δύο σκέλη.
Να αγαπάς τον πλησίον σου …
Να αγαπάς τον εαυτό σου …
Όχι να αγαπάς τον άλλον «περισσότερο» από τον εαυτό σου.
Να αγαπάς «όπως» τον εαυτό σου.
Αυτό είναι το μέγιστο που μπορεί κανείς να επιδιώξει.
Υπάρχει μια ιστορία του Χόρχε Μπουκάι για ένα κορίτσι που το λέγανε Ερνεστίνα.

Η Ερνεστίνα ζούσε σε ένα αγρόκτημα στην εξοχή.
Μια μέρα ο πατέρας της, της ζητάει να μεταφέρει ένα βαρέλι γεμάτο καλαμπόκι στη σιταποθήκη μιας γειτόνισσας. Παίρνει η Ερνεστίνα ένα ξύλινο βαρέλι το γεμίζει με καλαμπόκι μέχρι πάνω, καρφώνει το καπάκι και το δένει για να το κρεμάσει από τους ώμους σαν σακίδιο. Αφού στερεώνει τα λουριά, ξεκινάει για τη γειτονική σιταποθήκη.
Στο δρόμο συναντάει διάφορους αγρότες. Κάποιοι βλέπουν ότι το βαρέλι έχει μια τρύπα και πέφτουν σπόροι από εκεί σχηματίζοντας μια γραμμή στο δρόμο, χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα η Ερνεστίνα. Ένας φίλος του πατέρα της, με νοήματα, προσπαθεί να της εξηγήσει το πρόβλημα, εκείνη όμως νομίζει ότι την χαιρετάει, οπότε του χαμογελάει κι αυτή και του κουνάει το χέρι φιλικά. Τότε οι άλλοι αγρότες της φωνάζουν όλοι μαζί :
«Το καλαμπόκι χύνεται !»
Η Ερνεστίνα γυρίζει να δει το δρόμο, αλλά καθώς τα πουλιά αρπάζουν κάθε σπόρο πριν καλά καλά πέσει κάτω, δεν βλέπει τίποτα, νομίζει πως οι γείτονες της κάνουν πλάκα και συνεχίζει το δρόμο της.Λίγο πιο κάτω, πάλι της φωνάζει ένας χωρικός :
«Ερνεστίνα !, Ερνεστίνα ! Σου χύνεται το καλαμπόκι, το τρώνε τα πουλιά !...»
Η Ερνεστίνα γυρίζει και βλέπει τα πουλιά που φτερουγίζουν πάνω από το δρόμο, αλλά ούτε ένα σπόρο καλαμποκιού. Έτσι συνεχίζει το δρόμο της με το καλαμπόκι να χύνεται από την τρύπα του βαρελιού.
Όταν φτάνει η Ερνεστίνα στον προορισμό της και ανοίγει το βαρέλι, βλέπει πως ακόμα είναι το ίδιο ξέχειλο από σπόρους όπως όταν ξεκίνησε.

Οπωσδήποτε, όσον αφορά την αγάπη, δεν αδειάζω ποτέ όταν αγαπώ.
Είναι ψέμα πως δίνοντας πάρα πολλά μπορεί να μείνω χωρίς τίποτε.
Είναι ψέμα ότι πρέπει να έχω πλεόνασμα αγάπης για να μπορώ να αγαπώ.
Η Ερνεστίνα είναι ο καθένας από μας.
Και το καλαμπόκι είναι το πόσο μπορεί ο καθένας να αγαπάει.
Το ανεξάντλητο απόθεμα αγάπης.
Που σημαίνει :
Δεν πρόκειται να μείνουμε χωρίς καλαμπόκι για τα πουλιά αν θέλουμε να φτάσουμε με όλο μας το καλαμπόκι στη σιταποθήκη.
Ούτε πρόκειται να μείνουμε χωρίς καλαμπόκι για μας αν δώσουμε στα πουλιά.
Δεν πρόκειται να μείνουμε χωρίς την δυνατότητα να αγαπάμε τους άλλους, αν αγαπάμε τον εαυτό μας.
Πράγματι, πρέπει να δίνουμε ανεξάντλητα, και το βαρέλι μας θα είναι πάντα γεμάτο, γιατί έτσι λειτουργεί η καρδιά μας, έτσι λειτουργεί το πνεύμα μας, έτσι λειτουργεί η ουσία του καθενός μας.
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009
Η αλληγορία της άμαξας
Μια ιστορία του Horhe Bukai
Ένα πρωινό του Οκτώβρη, ακούω στο τηλέφωνο μια γνώριμη φωνή να μου λέει:
«Βγες έξω στο δρόμο, υπάρχει ένα δώρο για σένα».
Καταχαρούμενος, βγαίνω έξω και βλέπω το δώρο μου. Μια πανέμορφη άμαξα μπροστά στην πόρτα μου, από λουστραρισμένο ξύλο καρυδιάς, με μπρούντζινα χερούλια και φανάρια από λευκή πορσελάνη. Όλα εξαιρετικής ποιότητας, πολύ κομψά, πολύ «chic». Ανοίγω την πορτούλα και μπαίνω στην άμαξα. Το μεγάλο ημικυκλικό κάθισμα με επένδυση από μπορντό βελούδο και τα κουρτινάκια από λευκή δαντέλα, δίνουν στην καμπίνα μια νότα βασιλικής μεγαλοπρέπειας. Έχω την αίσθηση —αντιλαμβάνομαι απ’ αυτά που βλέπω—, ότι σχεδιάστηκε αποκλειστικά για μένα. Έχει υπολογιστεί η απόσταση για τα πόδια, το μέγεθος του καθίσματος, το ύψος της οροφής... Όλα είναι πάρα πολύ άνετα κι έχει χώρο μόνο για μένα. Από τα παράθυρα βλέπω «το τοπίο»: δεξιά το σπίτι μου, αριστερά το σπίτι του γείτονά μου...
Μουρμουρίζω: «Απίθανο δώρο! Αχ, τι ωραία!...» και κάθομαι λίγο να απολαύσω αυτήν την ωραία αίσθηση. Στο λεπτό, αρχίζω να βαριέμαι. Η θέα από το παράθυρο είναι πάντα η ίδια. Αναρωτιέμαι:
«Πόσον καιρό μπορεί κανείς να βλέπει τα ίδια πράγματα;»
Και καταλήγω ότι το δώρο που μου έκαναν είναι τελείως άχρηστο. Ενώ εκφράζω το παράπονό μου μεγαλοφώνως, περνάει ο γείτονάς μου και μου λέει, σαν να διαβάζει τη σκέψη μου:«Δε νομίζεις ότι κάτι λείπει απ’ αυτήν την άμαξα;»
Με απορία (τι να λείπει άραγε;) κοιτάζω τα χαλιά και την ταπετσαρία.
«Λείπουν τα άλογα» μου λέει πριν προλάβω να τον ρωτήσω.
Γι’ αυτό βλέπω όλο τα ίδια —σκέφτομαι—, γι’ αυτό νιώθω να βαριέμαι...
«Καλά λες» απαντάω.

Οπότε, πάω στο στάβλο του σταθμού, ζεύω στην άμαξα δύο άλογα κι ανεβαίνω πάλι επάνω. Από μέσα, φωνάζω:
«Ίααα!»
Του βάζω τις φωνές: «Ανάθεμά σε! Τι μου ‘κανες!»
Κι εκείνος μου φωνάζει:
«Χρειάζεσαι αμαξά!»
«Άαα!» κάνω εγώ.
Με μεγάλη δυσκολία, με τη βοήθεια του γείτονα, συγκρατώ τα άλογα και αποφασίζω να προσλάβω αμαξά. Λίγες μέρες μετά, αναλαμβάνει καθήκοντα. Ένας άνθρωπος πολύ τυπικός, προσεκτικός, με σοβαρή όψη, που φαίνεται να ξέρει καλά τη δουλειά του. Τώρα, μάλιστα. Είμαι έτοιμος να απολαύσω πραγματικά το δώρο μου. Ανεβαίνω στην άμαξα, τακτοποιούμαι στην καμπίνα, βγάζω το κεφάλι και λέω στον αμαξά πού θέλω να πάω. Αυτός οδηγεί, αυτός ελέγχει την κατάσταση, αυτός αποφασίζει για τη σωστή ταχύτητα και επιλέγει την καλύτερη διαδρομή.
Εγώ... Εγώ, απλώς, απολαμβάνω το ταξίδι.
Αυτή η μικρή αλληγορία θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την ολιστική αντίληψη για τον άνθρωπο. Όταν ήρθαμε στον κόσμο, βγήκαμε από το «σπίτι» μας και βρήκαμε μπροστά μας ένα δώρο: το σώμα μας. Μια άμαξα που σχεδιάστηκε ειδικά για τον καθένα από μας. Ένα όχημα ικανό να προσαρμόζεται στις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος, αλλά και να παραμένει απαράλλαχτο σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού.
Λίγο μετά τη γέννηση, το σώμα μας κατέγραψε μια επιθυμία, μια ανάγκη, μια ενστικτώδη απαίτηση, και κινήθηκε. Η άμαξα αυτή —το σώμα—, δεν θα είχε καμία χρησιμότητα χωρίς άλογα. Τα άλογα είναι οι επιθυμίες, οι ανάγκες, οι ενορμήσεις και τα συναισθήματα. Για ένα διάστημα, όλα πάνε καλά. Κάποια στιγμή, όμως, συνειδητοποιούμε πως οι επιθυμίες αυτές μας οδηγούν σε δρόμους κάπως τολμηρούς — και καμιά φορά επικίνδυνους. Χρειάζεται, λοιπόν, να βάλουμε φρένο στις επιθυμίες μας. Τότε εμφανίζεται ο ρόλος του αμαξά: το μυαλό, η διάνοιά μας, η ικανότητά μας για λογική σκέψη. Ο αμαξάς θα διαχειριστεί όσο καλύτερα γίνεται το πέρασμά μας από αυτή τη ζωή. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο καθένας από μας είναι, τουλάχιστον, οι τρεις αυτές προσωπικότητες που συνεργάζονται...
Εσύ θα φροντίσεις να υπάρχει αρμονία ανάμεσα σ’ αυτά τα τρία μέρη και να μην παραμελήσεις κανέναν από αυτούς τους τρεις πρωταγωνιστές.Μην αφήσεις το κορμί σου να το παρασύρουν μόνο οι ορμές, τα συναισθήματα ή τα πάθη σου. Θα είναι φοβερά επικίνδυνο και μπορεί να αποβεί εις βάρος σου. Μ’ άλλα λόγια, χρειάζεσαι το μυαλό για να βάλεις κάποια τάξη στη ζωή σου.
Ο αμαξάς χρειάζεται για να καθορίζει τον δρόμο, την πορεία. Τα άλογα είναι, όμως, αυτά που πραγματικά οδηγούν την άμαξα. Μην επιτρέψεις στον αμαξά να τα παραμελεί. Έχουν ανάγκη από τροφή και προστασία, γιατί... τι θα έκανες χωρίς άλογα; Τι θα ήσουν αν είχες μόνο σώμα και μυαλό; Πώς θα ήταν η ζωή σου αν δεν είχες καμία επιθυμία; Θα ζούσες όπως αυτοί που περνάνε από τον κόσμο χωρίς να έχουν επαφή με τα συναισθήματά τους, αφήνοντας μόνο το μυαλό τους να οδηγεί την άμαξα.
Φυσικά, ούτε την άμαξα μπορείς να παραμελήσεις, γιατί πρέπει να κρατήσει για όλο το ταξίδι. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να την επισκευάζεις, να τη φροντίζεις, να τη λουστράρεις, να κάνεις δηλαδή ό,τι απαιτείται για τη συντήρησή της. Αν δεν την προσέχει κανείς, η άμαξα χαλάει, κι άμα χαλάσει η άμαξα, τελειώνει το ταξίδι. Όταν λοιπόν είμαι σε θέση να τα ενσωματώσω όλα αυτά, όταν ξέρω ότι είμαι το σώμα μου, ο πονοκέφαλος και η πείνα μου, το κέφι, οι επιθυμίες και τα ένστικτά μου... ότι είμαι ακόμη οι στοχασμοί, ο νους που σκέφτεται και οι εμπειρίες μου... τότε είμαι έτοιμος να πορευτώ, με τα κατάλληλα εφόδια, τον δρόμο που σήμερα επιλέγω για μένα.
Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009
Ώρα για παραμύθι
Εκείνη την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως όλες τις άλλες πόλεις του πλανήτη.Σ’ εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά… αλλά πηγάδια.
Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί, αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο).
Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια ταπεινά από τούβλα και ξύλο, και άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στη γη.
Η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων της πόλης γίνονταν από στόμιο σε στόμιο, και οι ειδήσεις έφταναν γρήγορα απ’ άκρη σε άκρη.
Μια μέρα, έφτασε στην πόλη μια «μόδα» που μάλλον είχε γεννηθεί σε κάποιο ανθρώπινο χωριό.
Η νέα ιδέα ήταν ότι κάθε ζωντανό ον που εκτιμούσε τον εαυτό του θα έπρεπε να φροντίσει πολύ περισσότερο το εσωτερικό, παρά το εξωτερικό. Το σημαντικό δεν ήταν η επιφάνεια αλλά το περιεχόμενο.Έτσι έγινε, και τα πηγάδια άρχισαν να γεμίζουν με αντικείμενα.
Μερικά γέμισαν με κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύτιμες πέτρες. Άλλα, πιο πρακτικά, γέμισαν με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανές. Μερικά άλλα επέλεξαν την τέχνη και γέμισαν με πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά και εξεζητημένα μεταμοντέρνα γλυπτά. Τέλος, τα διανοούμενα γέμισαν με βιβλία, ιδεολογικά μανιφέστα και εξειδικευμένα περιοδικά.
Πέρασε ο καιρός.
Τα περισσότερα πηγάδια γέμισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τίποτε άλλο δεν χωρούσε.
Τα πηγάδια δεν ήταν όλα ίδια, οπότε κάποια συμβιβάστηκαν, ενώ άλλα σκέφτηκαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να συνεχίσουν να συσσωρεύουν πράγματα στο εσωτερικό τους…
Ένα από αυτά έκανε την αρχή. Αντί να συμπιέσει το περιεχόμενο, σκέφτηκε να αυξήσει την χωρητικότητά του διευρύνοντας τον χώρο του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι άρχισαν και τα υπόλοιπα να μιμούνται την καινούργια ιδέα.
Όλα τα πηγάδια δαπανούσαν μεγάλο μέρος της ενέργειας τους για να επεκταθούν και να αποκτήσουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό τους. Ένα πηγάδι, μικρό και απόκεντρο, άρχισε να βλέπει τους συντρόφους του να επεκτείνονται χωρίς μέτρο. Σκέφτηκε ότι αν συνέχιζαν να διευρύνονται με αυτό τον τρόπο, σύντομα θα μπέρδευαν τα όρια τους και το κάθε ένα θα έχανε την ταυτότητα του…
Ίσως, ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα, σκέφτηκε ότι ένας διαφορετικός τρόπος για να αυξήσει την χωρητικότητα του ήταν να μεγαλώσει όχι φαρδαίνοντας, αλλά βαθαίνοντας. Να επεκταθεί σε βάθος αντί για πλάτος. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχε στο εσωτερικό του έκαναν αδύνατη την διαδικασία της εκβάθυνσης. Αν ήθελε να γίνει πιο βαθύ, όφειλε να ξεφορτωθεί ολόκληρο το περιεχόμενο του…Στην αρχή, το κενό τον τρόμαξε. Αλλά αργότερα, όταν είδε πως δεν είχε άλλη επιλογή, το έκανε.
Χωρίς τίποτα στην κατοχή του, το πηγάδι άρχισε να βαθαίνει, ενώ τα υπόλοιπα άρπαζαν τα αντικείμενα που είχε πετάξει…
Μια μέρα, κάτι ξάφνιασε το πηγάδι που μεγάλωνε προς τα κάτω. Κάτω, πολύ κάτω, πολύ στο βάθος… βρήκε νερό !
Ποτέ πριν άλλο πηγάδι δεν είχε ξαναβρεί νερό.
Το πηγάδι ξεπέρασε την έκπληξή του κι άρχισε να παίζει με το νερό καταβρέχοντας τα τοιχώματά του, πιτσιλώντας το στόμιο του και , τέλος, βγάζοντας το νερό προς τα έξω.

Η πόλη δεν είχε ποτέ βραχεί από τίποτε άλλο πέρα από την βροχή η οποία, εκ των πραγμάτων, ήταν αρκετά σπάνια. Έτσι, η γη τριγύρω από το πηγάδι, αναζωογονημένη από το νερό, άρχισε να ξυπνά.
Οι σπόροι βλάστησαν παίρνοντας τη μορφή χλόης, τριφυλλιών, λουλουδιών και αδύναμων κορμών που μετατράπηκαν αργότερα σε δέντρα…
Μια έκρηξη χρωμάτων και ζωής απλώθηκε γύρω από το απομακρυσμένο πηγάδι, το οποίο άρχισαν να αποκαλούν : «το Περιβόλι».
Όλοι το ρωτούσαν πως είχε καταφέρει αυτό το θαύμα.
«Δεν είναι κανένα θαύμα» απαντούσε το Περιβόλι. «Πρέπει να σκάψεις στο εσωτερικό, προς τα μέσα».
Πολλοί θέλησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Περιβολιού, αλλά αποδοκίμασαν την ιδέα όταν συνειδητοποίησαν ότι, για να βαθύνουν, θα έπρεπε πρώτα να αδειάσουν. Συνέχισαν να διευρύνονται όλο και πιο πολύ, για να γεμίσουν με περισσότερα ακόμα πράγματα…
Στην άκρη της πόλης, ένα άλλο πηγάδι αποφάσισε κι αυτό να πάρει το ρίσκο να αδειάσει…
Κι άρχισε κι αυτό να βαθαίνει…
Κι έφτασε κι αυτό στο νερό…
Και το έριξε κι αυτό προς τα έξω δημιουργώντας μια δεύτερη όαση στο χωριό…
«Τι θα κάνεις όταν θα τελειώσει το νερό ;» το ρωτούσαν.
«Δεν ξέρω τι θα συμβεί» απαντούσε. «Αλλά, προς το παρόν, όσο περισσότερο νερό βγάζω, τόσο περισσότερο νερό βρίσκω.»
Μια μέρα, σχεδόν κατά τύχη, τα δυο πηγάδια κατάλαβαν ότι το νερό που είχαν βρει στο βάθος τους ήταν το ίδιο…
Ότι το ίδιο υπόγειο ποτάμι που περνούσε από το ένα, γέμιζε και το βάθος του άλλου. Κατάλαβαν ότι ξεκινούσε γι’ αυτά μια καινούργια ζωή.
Όχι μόνο μπορούσαν να επικοινωνούν από στόμιο σε στόμιο, επιφανειακά, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά η αναζήτησή τους, τους είχε προσφέρει ένα νέο και μυστικό σημείο επαφής.
Είχαν ανακαλύψει τη βαθιά επικοινωνία που πετυχαίνουν μόνον εκείνοι που έχουν το θάρρος να αδειάσουν από κάθε περιεχόμενο και να ψάξουν στο βάθος της ύπαρξής τους για να βρουν τι έχουν να δώσουν …
Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό ...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










