Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Ο έρωτας και η αναζήτηση του Θεού



Διψασμένο το σώμα αναζητά με λαχτάρα να βρει νερό για να λυτρωθεί απ’ τη δίψα του. Έχει την ανάγκη του νερού γιατί γνωρίζει ότι ΥΠΑΡΧΕΙ νερό. Διψασμένη η ψυχή να λυτρωθεί από τον υπαρξιακό της πόνο ψάχνει απεγνωσμένα την Αλήθεια, τον Θεό. Πως θα μπορούσε να έχει την ανάγκη του Θεού αν δεν υπήρχε Θεός;


Μα για στάσου· δεν έχουν όλοι του Θεού την ανάγκη, ενώ έχουν όλοι την ανάγκη του νερού. Οι ερωτευμένοι ας πούμε έχουν σπάνια την ανάγκη του Θεού. Νιώθουν πληρότητα. Εξελίσσονται και βελτιώνονται μέσα από τον έρωτα. Απόδειξη είναι ότι οι άνθρωποι που βιώνουν διαστήματα σφοδρών ερώτων, είναι πιο εκλεπτυσμένοι από ανθρώπους που δεν έχουν ποτέ τους ερωτευτεί. Και δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος σε αμοιβαίο ερωτικό στάδιο που να μπορεί να εκδηλώσει μίσος και επίθεση για οποιονδήποτε συνάνθρωπό του. «Σ’ αγαπώ, κι αγαπώ κι όλον τον κόσμο γιατί ζεις κι εσύ μαζί» λέει το άσμα.


Μα δεν είναι τελικά η ανάγκη της ερωτικής αναζήτησης παρόμοια με την ανάγκη της αναζήτησης του Θεού με την ευρύτερη έννοια;


«Δεν αρκεί να μ’ αγαπάτε για να εξελιχθείτε. Πρέπει να είστε ερωτευμένοι μαζί μου» είπε ο Χριστός. 


Ο έρωτας είναι καθαρή ανάγκη της ψυχής κι όχι του σώματος. Ο άνθρωπος τελικά τον εκφράζει είτε με την ερωτική επαφή, είτε με την πίστη στο Θεό, είτε με τη λατρεία ενός δασκάλου, είτε με την τέχνη. Όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από ανάγκη επικοινωνίας, δηλαδή έκφρασης του εαυτού. Δεν είναι τίποτα άλλο από την ανάγκη της ψυχής για εξέλιξη, για αγάπη, για πληρότητα, για αναζήτηση του χαμένου παραδείσου.  Είναι όλα όσα τελικά θα μας οδηγήσουν στον αληθινό εαυτό μας.


Νομίζουν τελικά οι άνθρωποι πως δεν έχουν την ανάγκη του Θεού. Έχουν όλοι την ανάγκη της επικοινωνίας και του έρωτα που είναι τελικά το ίδιο πράγμα.




 Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό...



Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Η συνήθεια νεκρώνει την ευαισθησία



Συνηθίζει δυστυχώς κανείς τα πάντα. Τόσο την κατάθλιψη όσο και την ευτυχία. Ακόμα και την ανοησία, την αναλγησία, τη φτώχεια και την πείνα, την φιλαργυρία, την υποκρισία, τον φαρισαϊσμό. Συνηθίζει τους γιατρούς που παίρνουν φουσκωμένα φακελάκια για να χειρουργήσουν τον ετοιμοθάνατο και τους πρώην υπουργούς που κυκλοφορούν με πλαστές πινακίδες. Συνηθίζει να βλέπει την καταστροφή της κοινωνίας και να μένει μουγγός και άπρακτος. Συνηθίζει να βλέπει τους νεκρούς να πολλαπλασιάζονται γύρω του. Άλλοι αυτόχειρες, άλλοι από κρύο ή από πείνα ή από …απόγνωση. Και δεν επαναστατεί. Θεέ μου…


Συνηθίζεις την αυτοκαταστροφή σου. Και γίνεσαι ένα με τον όχλο. Όταν δεν μπορείς να συνηθίσεις είσαι πιο ταραγμένος, πιο δυστυχισμένος, δε σε χωράει αυτός ο τόπος, θέλεις να φύγεις, να εξαφανιστείς. Είναι καλύτερα λοιπόν να γίνεις αναίσθητος∙  να πεις : «δε βαριέσαι, εγώ θα αλλάξω τον κόσμο;», είναι καλύτερα να αποστασιοποιηθείς ή να ψευτογκρινιάζεις ασταμάτητα παρά να ζητάς περισσότερες φασαρίες και προβλήματα. Είναι καλύτερα να θάψεις την ευαισθησία σου, να πεθαίνεις σιγά-σιγά, μέρα την μέρα, ώρα την ώρα… Είναι πιο εύκολο έτσι γιατί συνηθίζεις και τον ίδιο τον θάνατο σου. 


Η συνήθεια, όσο βολική κι αν είναι σου καταστρέφει λίγο-λίγο κάθε ευαισθησία. Έρχεται ο αδελφός σου να σου ζητήσει βοήθεια, που μπορεί να είναι ασήμαντη για σένα, (τι είναι τελικά πιο σημαντικό στη ζωή απ’ το να βοηθήσεις τον ίδιο τον αδελφό σου) και από συνήθεια δε του την προσφέρεις. Σου ακούγεται υπερβολικό; Αυτό όμως κάνεις! Δες τον αδελφό στα μάτια κάθε συνανθρώπου σου και νιώσε πόσοι γύρω σου έχουν ανάγκη από αυτή τη βοήθεια. Οι συνήθειες σου όμως , ο τρόπος που έχεις προγραμματιστεί, το software σου, σου  δίνουν ένα αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς ώστε να επιμείνεις στην εγωιστική σου δράση. Πόση ασφάλεια αλήθεια μπορείς να βρεις σ’ αυτήν την πλάση που όλα τόσο ταχύτατα αλλάζουν; Πόσο μπορεί να αναπτυχθεί η εγρήγορση και η ευαισθησία μέσα σ’ αυτή την εικονική ασφάλεια; Πόσο μέρος του Όλου μπορείς να αντιληφθείς χωρίς ευαισθησία; Ψευδαίσθηση και πλάνη η ζωή σου. Τα πάντα γρήγορα καταντούν συνήθεια, ακόμη και η υποκρισία σου που δεν τη βλέπεις πια σαν υποκρισία αλλά σαν αλήθεια. Και ύστερα έρχεται η πλήξη και η ματαιότητα και δεν καταλαβαίνεις το γιατί. Η έλλειψη νοήματος για τη ζωή. Γιατί η συνήθεια, η συνεχής επανάληψη των ίδιων και των ίδιων πραγμάτων, περιορίζουν αυτό το ασύλληπτο φαινόμενο που ονομάζουμε ζωή και το εκφυλίζουν σε κάτι μικρό, ελάχιστο κι ανάξιο. Σε κάτι χωρίς νόημα. Στη ζωή σου έτσι όπως την κατάντησες. Στη ζωή έτσι όπως την αντιλαμβάνεσαι με την μυωπική όρασή σου. 


«Το υπάρχειν δεν ταυτίζεται ούτε περατούται στο οράν»


Φόβος, θλίψη, ενοχές, προσκολλήσεις, ματαιοδοξίες… Δε μπορεί, όλο αυτό το νταβαντούρι κάποιο λόγο έχει. Κανένα όμως απαντημένο από άλλον γιατί δε θα μπορέσει ποτέ να απαλύνει την τραχύτητα της ανάμνησης του πόνου σου. Δε θα μπορέσει να εξηγήσει πως μπόρεσες και χάλασες ανούσια τόσες μέρες απ’ τη ζωή σου. Η ίδια η ζωή στις πήρε πίσω. Και τι σου άφησε αλήθεια; Πόσο αγάπησες; Πόσο πόνεσες συνειδητά; Πόσες φορές ξέχασες τις δικαιολογίες και ξεπέρασες την ανθρώπινη φύση σου; Πόσες φορές έχασες την ανάσα σου; Πόσες στιγμές θυσίασες το εγώ σου για το γενικότερο καλό; 


Αν όλα αυτά σου ακούγονται παράλογα δεν πειράζει. Είναι η συνήθεια που σ’ έχει καταβάλλει. Το αύριο δυστυχώς δεν πρόκειται να σου χαριστεί. Δεν χαρίστηκε ποτέ σε κανένα. Ποτέ σε έναν αναίσθητο άνθρωπο. Το πολύ-πολύ να σου δώσει λίγες μέρες ακόμη να χαλάσεις. Και είναι η συνήθεια φίλε μου που σκοτώνει την ευαισθησία. Να την προσέχεις όσο μπορείς. Ζωή χωρίς ευαισθησία είναι νεκρή ζωή.  Προσοχή σημαίνει επίγνωση. Προσοχή σημαίνει ευαισθησία. Το να είσαι ολοκληρωτικά ευαίσθητος σημαίνει να είσαι ολοκληρωτικά ζωντανός. Αυτή είναι η αληθινή αγάπη κι όχι η αγάπη που πουλιέται στα παζάρια της κοινωνίας που δημιουργήσαμε.   


 Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό...

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Γιατί ο Άνθρωπος



Η υπόρρητη ερώτηση που ταλανίζει τον άνθρωπο, από καταβολής της εν νόησης, είναι η: τι είναι ο άνθρωπος;. Η συγκεκριμένη υφέρπουσα απορία μετεξελίχθηκε σε κραυγαλέο φιλοσοφικό κάματο από την αρχαία Ελλάδα, τους Αναγεννησιακούς χρόνους αλλά και ως τις μέρες μας. 



  Το παραπάνω περιεχόμενο της ενδοσκόπησης από μόνο το γεννά ένα ακόμα ερώτημα. Είναι ώριμη και έλλογη η αναζήτηση της απάντησης στο τι είναι ο άνθρωπος και ποια σκοπιμότητα εξυπηρετεί; Αναλογιζόμενοι ότι οι πρωτάνθρωποι δεν είχαν την ανάγκη της εσωτερικής αναζήτησης, μας οδηγεί στο απότοκο συμπέρασμα πως βίωναν την υπόστασή τους δίχως φραγμούς, όντας ενωμένοι με το αποκαλούμενο θείο. Δεν σου γεννάτε η ανάγκη να ερευνήσεις ή να ερμηνεύσεις κάποιο φαινόμενο όταν το βιώνεις σε απλούς ρυθμούς, μα όταν το χάσεις και με την πάροδο του χρόνου, το ξεχάσεις, τότε θέτεις τα λεγόμενα φιλοσοφικά ερωτήματα περί αυτού. Παρατηρούμε πως η ανθρώπινη οντότητα είναι αδύνατο να παραμείνει στατική ακολουθώντας τους συμπαντικούς κανόνες, συνεπώς οι αλλαγές είναι παραπάνω από βέβαιες, οπότε γεννάτε η ανάγκη της εξήγησης τους. Το αξιοσημείωτο είναι πως για πρώτη φόρα το παρατηρούμενο αντικείμενο είναι ταυτόχρονα ο ερευνητής και ο παρατηρητής, γεγονός που ενέχει αυτονόητους κινδύνους. Από μόνη της η αυτή αναζήτηση δυναμιτίζει τα θεμέλια του υλισμού και υπαινίσσεται την ύπαρξη πνεύματος, συνειδήσεως ακόμα και θεού.



   Ποια είναι η αιτία αυτή που ωθεί τον άνθρωπο στην αφηρημένη και πολυσύνθετη σκέψη πάνω στην ύπαρξή του; Κατά τον Σωκράτη ο Θεός δεν φιλοσοφεί, γιατί κατέχει τη σοφία, φιλοσοφεί όμως ο άνθρωπος, που η ύπαρξή του είναι πεπερασμένη. Επίσης ταλανίζουμε την διάνοια μας διότι έχουμε μια ενδόμυχη και διαρκή ανάγκη για αποδείξεις της ανθρώπινης υπόστασης αλλά και των φυσικών φαινομένων. Μια επιπλέον αφορμή για στοχασμό ήταν η ανάπτυξη του ανθρωπίνου εγκεφάλου με αποτέλεσμα την εμφάνιση του λόγου, άρα και της ικανότητας να μπορούμε να μοιραστούμε και να συγκρίνουμε τις σκέψεις μας. 

  Τροχοπέδη στην εξέλιξη των φιλοσοφικών θεμάτων που άπτονται είτε της ανθρώπινης ύπαρξης, είτε της περιβάλλουσας φύσης είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Πιο συγκεκριμένα, η πιστότητα, η αξιοπιστία και η βασιμότητα των παραγόμενων ιδεών ή συμπερασμάτων γίνονται ασυνείδητα θύματα των ανθρωπίνων αισθήσεων. Δηλαδή ο άνθρωπος προσπαθεί να εξηγήσει τα πάντα βάση των δικών του εμπειριών εξαρτώμενων των πέντε αισθήσεων του. Το γεγονός αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση ότι ο άνθρωπος είναι ικανός να γίνει κοινωνός της πραγματικής γνώσης, διότι υπεισέρχεται η υποκειμενικότητα και το περιορισμένο φάσμα των αισθήσεων μας. Το φαινόμενο αυτό το παρατηρούμε στην προσπάθεια της ευκλείδειας εξήγησης του πολυδιάστατου σύμπαντος.

   Βέβαια η φιλοσοφική αναζήτηση δεν είναι καθολικό συμβάν. Το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού αντί να ενδοσκάπτει σηκώνει ψηλά το κεφάλι θωρώντας ένα μεγαλύτερο μυστήριο εξω-ατομικό. Το μυστήριο του σύμπαντος φαντάζει πιο δυσεπίλυτο άρα πιο συναρπαστικό, αλλά είναι μια καλά κρυμμένη δικαιολογία προς αποφυγή της προσωπικής ανακάλυψης – ή καλύτερα της επαν-ανακάλυψης. Με τον τρόπο αυτό μεταθέτει το πρόβλημα έξω από τον ίδιο, ομοίως παρατηρούμε και στην καθημερινή ζωή να αποφεύγουμε δικά μας προβλήματα ή να αναβάλουμε την επίλυσή τους και να μας απασχολούν αλλότρια προβλήματα.



   Μεγάλη η βαρύτητα της ερώτησης που τέθηκε στην αρχή του κειμένου και ακόμα μεγαλύτερη η προσπάθεια που έχει καταβληθεί ανά τους αιώνες προς απάντηση της από τον φιλοσοφικό κόσμο. Όμως, η θεμελιώδης ερώτηση που τίθεται δεν είναι η: τι είναι ο άνθρωπος, αλλά η: γιατί είναι ο Άνθρωπος. Δηλαδή, ποιος είναι ο σκοπός που εξυπηρετεί η ανθρώπινη ύπαρξη; Για ποιο λόγω ενσαρκωνόμαστε έχοντας ξέχωρες ιδιαιτερότητες και ικανότητες  από το λοιπό ζωικό βασίλειο και μάλιστα με την ιδιότητα της εξαιρετικά σύντομης σε χρόνο εξέλιξής των, όντας ¨καταδικασμένοι¨ στην διαδικασία της δημιουργίας και επιλεκτικής εξέλιξης;



   Ο προφανής λόγος ύπαρξης είναι η εξέλιξη του γονιδιώματος μας ως τμήμα της θεωρίας της εξέλιξης των ειδών, δηλαδή η αρχέγονη ανάγκη για τεκνοποίηση, επιβίωση και κυριάρχηση επί των άλλων ειδών της πλούσιας γήινης βιοποικιλότητας. Η εξήγηση αυτή αν και λογικοφανής δεν πληρώνει το αίσθημα της αυτογενούς αναζήτησης. Το αίσθημα αυτό της μη εσώτερης πληρότητας της περιέργειας οφείλετε στο γεγονός πως ο άνθρωπος πλέον έχει ξεφύγει από αυτόν τον σκοπό, άρα αυτή η εξήγηση θα αρκούσε πριν διακόσια χρόνια, μα όχι στους σύγχρονους καιρούς. Παρατηρούμε πλέον πως ο άνθρωπος έχει ξεφύγει από την ανάγκη της αναπαραγωγής και επιβίωσης δημιουργώντας ανάγκες όπως η εξερεύνηση του περιβάλλοντος, την ανάγκη για τέχνη και καλαισθησία, δρούμε με σκοπό την διασκέδαση ή την ψυχαγωγία, τον κοινωνικό συναγελασμό, πετύχαμε την μη βιολογική εξέλιξη – την επιστημονική και τεχνολογική, είδαμε πίσω στον χρόνο με τηλεσκόπια, λύσαμε το ερώτημα του υποατομικού σωματιδίου, κ.ο.κ.   


Παρόλο την απόκτηση γνώσης το κυρίαρχο και επιτακτικό ερώτημα του σκοπού και του νοήματος της ύπαρξης εμμένει, αφού έχουμε ξεφύγει από την εξήγηση της επιβίωσης και εξέλιξης. Συνεπώς μπορούμε να οδηγηθούμε σε ένα συμπέρασμα ίσως αβέβαιο, ίσως υποκειμενικό, ίσως μη επαρκές αλλά έτσι είναι η νοητική παραγωγή, μη ζυγίσιμη. Η ανθρωπότητα απαρχής της ζει στην ψευδαίσθηση της αναζήτησης σκοπού χωρίς να δίνει χώρο στην πιθανότητα να είναι αυτή που δίνει διαχρονικά σκοπούς στην ύπαρξη. Στα πρώιμα ανθρώπινα χρόνια σκοπός ήταν η επιβίωση και η χρονική συνέχεια του είδους. Στην συνέχεια και αφού αυτός ο στόχος πραγματώθηκε τέθηκαν εκ νέου στόχοι όπως για παράδειγμα αυτού του ευ ζείν. Τίθενται συνεχώς νέοι στόχοι, νέοι σκοποί στην ύπαρξη, που μπορεί να είναι μακροπρόθεσμοι ή όχι, πραγματοποιήσιμοι ή όχι, αλλά δεν παύουν να τίθενται. 


Ελπίζουμε μόνο με την πάροδο του χρόνου ο σκοπός και ο στόχος της ζωής από την υλιστική προδιάθεση να τείνουν προς το πνευματικό επίπεδο, στο επίπεδο το ανθρωποκεντρικό, στο επίπεδο της εύρεσης του ανθρώπινου κέντρου.

   

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Η αέναος τιμωρία



Κανείς δε μπορεί να μας κακοποιήσει όσο ο ίδιος μας ο εαυτός. Πόσες φορές πρέπει να πληρώσουμε για ένα μας λάθος; Άπειρες φορές ή τόσες όσες θα χρειαστούν μέχρι να συγχωρήσουμε, να αποδεχτούμε και να αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Ενώ τα υπόλοιπα ζώα πληρώνουν μονάχα μια φορά για κάθε λάθος που κάνουν, ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο πάνω στη γη που πληρώνει χιλιάδες φορές για το ίδιο λάθος. Εμείς έχουμε ισχυρή μνήμη. Κάνουμε ένα λάθος, κρίνουμε τον εαυτό μας σύμφωνα με το προσωπικό σύστημα των πεποιθήσεων μας, τον θεωρούμε ένοχο και του επιβάλουμε την τιμωρία. Αν υπήρχε πραγματική δικαιοσύνη αυτό θα συνέβαινε μια φορά και θα αρκούσε. Ωστόσο εμείς κάθε φορά που θυμόμαστε το παράπτωμα, κρίνουμε ξανά τον εαυτό μας, τον ξανακαταδικάζουμε και τον τιμωρούμε ξανά και ξανά και ξανά…


Σ’ αυτή την αέναο τιμωρία συμβάλλουν δυστυχώς και οι συνοδοιπόροι μας. Αν είμαστε παντρεμένοι, ο σύντροφος μας σπεύδει να μας υπενθυμίσει κι αυτός το λάθος μας, ώστε να μας βοηθήσει να κρίνουμε πάλι τον εαυτό μας, να τον καταδικάσουμε και για άλλη μια φορά να τον τιμωρήσουμε. Πόσες φορές αλήθεια δεν κάνουμε τον σύντροφό μας ή το παιδί μας να πληρώσουν για το ίδιο λάθος; Κάθε φορά που θυμόμαστε το λάθος, τους κατηγορούμε ξανά και τους ποτίζουμε με όλο εκείνο το συναισθηματικό δηλητήριο που παράγει η αίσθηση της αδικίας κι έπειτα τους αναγκάζουμε να πληρώσουν για το ίδιο λάθος. Είναι δικαιοσύνη αυτό;


Νιώθουμε δυστυχώς την ανάγκη να είμαστε αποδεχτοί και αγαπητοί από τους άλλους γι’ αυτό και συνήθως καταρρέουμε ψυχολογικά όταν μας κρίνουν και τραυματίζουν την εικόνα που προσπαθούμε να χτίσουμε, αλλά δεν μπορούμε να δεχτούμε και να αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Όσο περισσότερο αγαπάμε τον εαυτό μας, τόσο λιγότερο τον κακοποιούμε. Η αυτοκακοποίηση προέρχεται από την απόρριψη του εαυτού και αυτή με τη σειρά της προέρχεται από μια εικόνα του τέλειου που ποτέ δεν μπορούμε να φτάσουμε. Το πρότυπο της τελειότητας που έχουμε δημιουργήσει είναι ο λόγος για τον οποίο απορρίπτουμε τον εαυτό μας, ο λόγος για τον οποίο δεν αποδεχόμαστε ούτε τον εαυτό μας, ούτε τους άλλους όπως πραγματικά είναι.



Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό...


LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...